Παρασκευή, 7 Ιουλίου 2017

"ΟΙ ΣΗΣΑΜΙΕΣ ΤΟΥ ΚΑΜΠΟΥ"



                                                                                                                                                                                                                                  
                                              ΟΙ ΣΗΣΑΜΙΕΣ ΤΟΥ ΚΑΜΠΟΥ

Ο Κάμπος είναι το πιο εύφορο μέρος του Μεσαναγρού. Το μόνο μειονέκτημά του είναι ότι βρίσκεται μακριά από το χωριό . Είναι στην παραλία που βρίσκεται ανάμεσα στην Απολακκιά  και την Κατταβιά.
   Τα πρώτα χρόνια  για να σπείρει  ο γεωργός τα χωράφια του στον κάμπο, έπρεπε να ξεκινήσει  τις αυγές  και το απόγευμα να φύγει από  τον Κάμπο νωρίς , για να μη βραδιαστεί. Την εποχή εκείνη ,όλες οι γεωργικές δουλειές γινόντουσαν με τα ζώα.
Η περιοχή δεν είχε νερό για πότισμα ,για να σπείρει κάποιος τα σχετικά ,αλλά κάποιος έρριξε την ιδέα να βάλουν καρπούζια, πεπόνια και σησάμι. Το εγχείρημα δύσκολο , αλλά είχε τη λογική του. Η γη παρθένα και τότε έβρεχε πάρα πολύ και το θαύμα έγινε. Και το καρπούζι και το σησάμι έγιναν και μάλιστα η απόδοσή τους πολύ μεγάλη. Για μια εικοσαετία  « τα άνυδρα καρπούζια » του Μεσαναγρού , ήταν τα μεγαλύτερα σε βάρος και τα καλύτερα σε γεύση.
   Το καλοκαίρι , όταν ήρθε η εποχή της συγκομιδής του σησαμιού, τα πράγματα ήταν δύσκολα. Βλέπετε η απόσταση , αλλά και το μέγεθός του ,στο ύψος ενός άνδρα ,δυσκόλευαν. Φεύγαμε νωρίς από το χωριό με τα γαϊδουράκια . Ολόκληρο καραβάνι από ζώα ,που οδηγούσε στον Κάμπο. Όταν φτάναμε πιάναμε δουλειά και προσπαθούσαμε να βγάλουμε περισσότερες .Βγάζαμε αυτές που άρχιζαν να κιτρινίζουν. Τις κάμε σωρούς  και όταν βγάζαμε αρκετές τις κάναμε μικρά δεματάκια και τις δέναμε με τις ίδιες τις σησαμιές. ¨Ηταν τόσο ψηλές που εμείς οι μικροί , δεν μπορούσαμε να τις βγάλουμε και τις κόβαμε με το κλαδευτήρι κοντά στη ρίζα.
    Στο τέλος της ημέρας μαζεύαμε όλα τα δεματάκια και τα στήναμε όρθια ,σχηματίζοντας μια πυραμίδα. Ξαναδέναμε το μεγάλο σωρό και πάνω του βάζαμε και πέτρες, για να μην τις παίρνει ο αγέρας. ΄Εβλεπες ένα χωράφι 10 στρεμμάτων να έχει σησαμιές και σωρούς  σκορπισμένους. ΄Ολο αυτό επαναλαμβανόταν  κάθε 4-5 ημέρες , μέχρι να κιτρινίσουν και άλλες σησαμιές..
   Όταν άνοιγαν οι σησαμιές που ήταν στους σωρούς , παίρναμε ένα ξύλο , στρώναμε μια παλιά κουβέρτα και αρχίζαμε να χτυπούμε τις σησαμιές , για να πέσει το σησάμι. Μετά το καθαρίζαμε και το κοσκινίζαμε , για να είναι έτοιμο για πώληση. Τις ξερές σησαμιές ,τις καίγαμε. Πόσες φορές εκείνο τα καλοκαίρι πήγαμε και γυρίσαμε από τον Κάμπο , δε θυμάμαι. Θυμάμαι όμως τα πρόσωπα όλων των χωριανών ευχαριστημένα και ικανοποιημένα ,από την παραγωγή.
    Με τα χρόνια η απόδοση έπεσε και η καλλιέργεια εγκαταλείφθηκε.